εἰρήνα

εἰρήνα
εἰρήνα (-άνα v. l. O. 13.7, P. 9.23)
1 peace

ἦ πολλάν τε καὶ ἡσύχιον βουσὶν εἰρήναν παρέχοισα πατρῴαις P. 9.23

αὐτὸν μὰν ἐν εἰρήνᾳ τὸν ἅπαντα χρόνον ἐν σχερῷ ἡσυχίαν καμάτων μεγάλων ποινὰν λαχόντ' ἐξαίρετον (sc. Ἡρακλέα) N. 1.69 pro pers., ἐν τᾷ (sc. Κορίνθῳ)

γὰρ Εὐνομία ναίει κασιγνήτα τε Δίκα καὶ ὁμότροφος Εἰρήνα, τάμἰ ἀνδράσι πλούτου, χρύσεαι παῖδες εὐβούλου Θέμιτος O. 13.7


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • Εἰρήνα — Εἰρήνᾱ , Εἰρήνη peace fem nom/voc/acc dual Εἰρήνᾱ , Εἰρήνη peace fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰρήνα — εἰρήνᾱ , εἰρήνη peace fem nom/voc/acc dual εἰρήνᾱ , εἰρήνη peace fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εἰρήνᾳ — Εἰρήνᾱͅ , Εἰρήνη peace fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰρήνᾳ — εἰρήνᾱͅ , εἰρήνη peace fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εἰρήνας — Εἰρήνᾱς , Εἰρήνη peace fem acc pl Εἰρήνᾱς , Εἰρήνη peace fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰρήνας — εἰρήνᾱς , εἰρήνη peace fem acc pl εἰρήνᾱς , εἰρήνη peace fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εἰρήναν — Εἰρήνᾱν , Εἰρήνη peace fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰρήναν — εἰρήνᾱν , εἰρήνη peace fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ειρήνη — I Θεά των αρχαίων, προστάτιδα της ειρήνης, κόρη του Δία και της Θέμιδας και αδελφή της Ευνομίας και της Δίκης, με τις οποίες αποτελούσε τις τρεις Ώρες. Στην αρχαία Αθήνα, κατά τις γιορτές των Συνοικίων, οι πιστοί προσέφεραν στη θεά αναίμακτες… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”